Η αγάπη του Θεού

Η αγάπη του Θεού

Σε αυτούς τους θλιβερούς και δυσοίωνους καιρούς, που οι καρδιές μας κατακλύζονται από την έχθρα, που το πνεύμα μας έχει αρρωστήσει, που το μίσος και ο ανταγωνισμός βρίσκονται εκτός ελέγχου, είναι ολοφάνερο ότι χρειαζόμαστε την αγάπη και τον οίκτο όπως χρειαζόμαστε το νερό ή το οξυγόνο. Φαίνεται πως έχουμε ξεχάσει την αγάπη. Η συμπόνια είναι μια λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται. Δεν διαθέτουμε έλεος ο ένας για τον άλλον, ούτε αγάπη για τους συνανθρώπους μας. Το αίσθημα του οίκτου έχει εξασθενήσει, οι καρδιές μας έχουν σκληρύνει και ο ορίζοντας είναι κατάμαυρος από την εχθρότητα, γι’ αυτό και βλέπουμε τους πάντες και τα πάντα δυσοίωνα. Σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν πολλοί τύραννοι που απεχθάνονται την ανεκτικότητα. Το πλήθος εκείνων που αναθεματίζουν τον διάλογο δεν είναι καθόλου μικρό. Αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι είναι να αναζητούμε τρόπους να τσακωνόμαστε, να αμαυρώνουμε ο ένας το όνομα του άλλου με διάφορα ψέματα και να εκφραζόμαστε με τους κυνόδοντές μας, με τα αρπακτικά μας νύχια και με λόγια που στάζουν αίμα.

Επικρατεί ένας τρομακτικός διχασμός σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο. Αρχίζουμε τις προτάσεις μας με τις λέξεις «Εμείς», «Εσείς» και «Οι άλλοι». Το μίσος μας δεν εξασθενεί και δεν διασκορπίζεται. Τελειώνουμε τους εμετικούς διαπληκτισμούς μας, υποδηλώνοντας ότι θα επανέλθουμε, συντηρώντας αισθήματα που θα εμφανιστούν σε μια μελλοντική ένταση. Είμαστε απόμακροι ο ένας από τον άλλο, και αυτή η απόσταση και ο διχασμός αντανακλώνται σε κάθε μας πράξη. Σκορπιζόμαστε εδώ κι εκεί σαν τις χάντρες από ένα σπασμένο κομπολόι. Προκαλούμε ο ένας στον άλλο ασύγκριτα μεγαλύτερα βάσανα από όσα προκαλούν οι άπιστοι.

Στην πραγματικότητα, έχουμε αποκηρύξει τον Θεό και, κατά συνέπεια, Εκείνος μας άφησε να σκορπίσουμε. Επειδή δεν μπορέσαμε να Τον πιστέψουμε και να Τον αγαπήσουμε στον απαιτούμενο βαθμό, απέσυρε το συναίσθημα της αγάπης από τις καρδιές μας. Αυτό που κάνουμε τώρα, βαθιά μέσα στην άβυσσο της ψυχής μας, όπου είμαστε καταδικασμένοι να υποφέρουμε από νοσταλγία για Εκείνον, είναι να εκστομίζουμε τις εγωκεντρικές ανοησίες του «εγώ» και του «εσύ», να χαρακτηρίζουμε ο ένας τον άλλο «αντιδραστικό» και «άπιστο φανατικό» και να σκεφτόμαστε διαρκώς τρόπους για να κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο. Είναι σαν να μας έχουν καταραστεί, σαν να μας έχουν στερήσει πραγματικά την επιθυμία και την ικανότητα της αγάπης και λαχταράμε τον οίκτο, τη συμπόνια και την ευτυχία. Δεν Τον αγαπήσαμε, γι’ αυτό πήρε μαζί Του την αγάπη. Όσος χρόνος κι αν περάσει, μόνο αν στραφούμε σε Εκείνον και Τον αγαπήσουμε, θα μπορέσουμε και πάλι να αγαπηθούμε. Έχουμε όμως απομακρυνθεί από την πηγή της αγάπης. Οι δρόμοι όπου βαδίζουμε δεν οδηγούν σε Αυτόν. Αντίθετα, μας οδηγούν μακριά Του. Οι ψυχές μας, που δέχονταν χείμαρρους αγάπης, τώρα δεν λαμβάνουν τίποτα. Οι καρδιές μας είναι σαν τις ξερές ερήμους. Έχουμε στον εσωτερικό μας κόσμο σπηλιές που μοιάζουν με φωλιές άγριων ζώων. Η αγάπη του Θεού είναι η μόνη θεραπεία για όλες αυτές τις αρνητικές καταστάσεις.

Η αγάπη του Θεού είναι η ουσία των πάντων και είναι η αγνότερη και καθαρότερη πηγή όλης της αγάπης. Η συμπόνια και η αγάπη ρέουν από Εκείνον προς τις καρδιές μας. Κάθε είδους ανθρώπινη σχέση θα αναπτυχθεί μόνο σύμφωνα και ανάλογα με τη σχέση μας με Εκείνον. Η αγάπη του Θεού είναι η θρησκεία μας, η πίστη μας και η ψυχή μέσα στο υλικό σώμα μας. Εκείνος μας έφερε στη ζωή. Αν πρόκειται να ζήσουμε σήμερα, είναι μόνο μέσω Εκείνου. Η ουσία ολόκληρης της ύπαρξης είναι η αγάπη Του και το τέλος της ύπαρξης είναι και πάλι μια προέκταση αυτής της θεϊκής αγάπης, με τη μορφή του Παραδείσου. Όλα όσα δημιούργησε εξαρτώνται από την αγάπη και έχει συνδέσει τη σχέση Του με την ανθρωπότητα με την ιερή απόλαυση τού να λατρεύεται.

Η σφαίρα μέσα στην οποία εκδηλώνεται η αγάπη είναι η ψυχή. Σε όποια κατεύθυνση κι αν την προσανατολίσουμε, πάντα στρέφεται προς τον Θεό. Όσα υποφέρουμε επειδή αποπροσανατολιστήκαμε και χαθήκαμε στην πολλαπλότητα των μορφών, στην πολυθεΐα, αντί να παραμείνουμε προσηλωμένοι στη Μοναδικότητα του Θεού, συμβαίνουν εξαιτίας μας[1]. Αν σχετίσουμε την αγάπη μας για τα πάντα με τον Θεό και, κατά συνέπεια, αν μπορέσουμε να αντιληφθούμε την αγάπη με την πραγματική της σημασία, θα μείνουμε μακριά από τα πράγματα που την καταστρέφουν και θα αποφύγουμε να δημιουργούμε ανταγωνιστές του Θεού. Έτσι θα παραμείνουμε, όπως αυτοί που περπατούν τον αληθινό δρόμο, προσκολλημένοι στην αγάπη και τη σχέση μας με ολόκληρη την ύπαρξη.

Οι ειδωλολάτρες έκριναν τα είδωλα κατάλληλα για λατρεία μόνο επειδή τα λάτρευαν οι πρόγονοί τους. Ο Θεός, από την άλλη, είναι Αγαπητός και λατρεύεται επειδή είναι ο Θεός. Η Εξουσία και το Μεγαλείο Του απαιτούν από εμάς να είμαστε οι υπηρέτες Του. Πασχίζουμε πάντοτε να Τον λατρεύουμε, να Του εκδηλώνουμε την αγάπη μας, να Τον ευχαριστούμε για τα επιτεύγματά μας και να εκφράζουμε τη στοργή μας προς Αυτόν, τη σχέση μας με Αυτόν και τη σύνδεσή μας με Αυτόν.

Στην εγκόσμια αγάπη, παράγοντες όπως η ομορφιά, η τελειότητα, η μορφή, η αρμονία στην εμφάνιση, το μεγαλείο, η φήμη, η εξουσία, η θέση, το κύρος, η ευημερία, η οικογένεια και η καταγωγή, καθώς και άλλοι, θεωρούνται αιτίες αγάπης. Περιστασιακά, έχουν υπάρξει άνθρωποι που υπέπεσαν στο σφάλμα να επινοήσουν συνέταιρους του Θεού. Αυτό οφείλεται στην υπερβολική τους αγάπη και αφοσίωση σε αυτά τα χαρακτηριστικά, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει το γιατί υπάρχει η ειδωλολατρία. Τέτοιοι άνθρωποι έχουν συνήθως αδυναμία στην ομορφιά του προσώπου ή του σώματος, ή στους τρόπους, επικροτούν την τελειότητα, γονατίζουν μπροστά στη μεγαλοπρέπεια και το μεγαλείο, θυσιάζουν την ανθρωπιά και την ελευθερία τους για χάρη του πλούτου και της εξουσίας και κολακεύουν για να κερδίσουν θέσεις και κύρος. Με αυτό τον τρόπο, κατανέμοντας την αγάπη και τη στοργή τους σε πολλά ανίσχυρα πλάσματα, όχι μόνο χαραμίζουν τα αισθήματά τους, που είναι προορισμένα κατά κύριο λόγο να κατευθύνονται στον Αληθινά Πλούσιο και Παντοδύναμο, αλλά και δοκιμάζουν τον έναν όλεθρο μετά τον άλλο, λόγω του ότι δεν βρίσκουν ανταπόκριση στην αγάπη τους, ή λόγω της αδιαφορίας και της απιστίας των αγαπημένων τους.

Όσο για τους πιστούς, από την άλλη, αγαπούν τον Θεό πρωτίστως και νιώθουν στοργή για τους άλλους μέσω της αγάπης που τρέφουν για Εκείνον. Για χάρη της φανέρωσης και της ευλογίας του Δίκαιου Θεού, διατηρούν επαφή με κάθε πρόσωπο και κάθε πράγμα, εκδηλώνοντας την αγάπη τους και εκτιμώντάς τα για λογαριασμό Του.

Πραγματικά, αν δεν συνυπολογίσουμε τον Θεό, οποιαδήποτε αγάπη για το ένα ή το άλλο αντικείμενο είναι μάταιη, χωρίς προοπτική, αμφίβολη και άκαρπη. Πάνω από όλα, ο πιστός πρέπει να αγαπά Εκείνον και να συμπαθεί όλα τα υπόλοιπα μόνον επειδή είναι πολύχρωμες εκφάνσεις και αντανακλάσεις των Θείων Ονομάτων και Ιδιοτήτων Του. Πρέπει επίσης να επικροτεί με μεγάλο θαυμασμό τα αντικείμενα και, κάθε φορά που αντικρίζει κάτι, να σκέφτεται «Και αυτό προέρχεται από Εσένα» και να βιώνει μια στιγμή ένωσης με τον Θεό της Αγάπης. Γι’ αυτό, όμως, χρειαζόμαστε αγνούς και ενάρετους ανθρώπους που να μπορούν να διαβάσουν τους στίχους του Θεού στα πρόσωπα των ανθρώπων. Πραγματικά, για όσους μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά του σύμπαντος, κάθε πλάσμα είναι ένας λαμπρός καθρέφτης και μια ευλογία γραμμένη σαν όμορφος στίχος. Πάνω από καθετί άλλο, αυτό που αντανακλά το μυστικό του Ελέους είναι το ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Πανδίκαιος σε δημιούργησε καθρέφτη του Εαυτού Του,
καθρέφτη του Ενός και Μοναδικού Εαυτού Του.
Χακανί[2]

Πόσο σημαντικό είναι το πιο πάνω δίστιχο! Όχι μόνο μας θυμίζει τη θέση μας, αλλά υπογραμμίζει και την πραγματικότητα. Αν ένας άνθρωπος είναι ένας μυστηριώδης καθρέφτης της κρυμμένης Ομορφιάς, πράγμα που αναμφίβολα ισχύει, πρέπει να στραφεί προς Εκείνον με τα μάτια της καρδιάς του, καρτερώντας να βιώσει τις εμφανίσεις Του και προσμένοντας αύρες που θα τον μεταφέρουν σε τόπους βαθύτερης αγάπης. Επίσης, με σκοπό να Τον ευχαριστήσει και, κατά συνέπεια, να γίνει ευνοούμενός Του, κάθε άνθρωπος πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα στην πορεία προς Εκείνον. Σαν ένα κλειδί στην κλειδαριά του Κρυμμένου Θησαυρού, η καρδιά του πρέπει να περιστρέφεται συνεχώς. Έτσι, αν η αγάπη είναι ο Σολομών και η καρδιά είναι ο θρόνος του Σολομώντα, είναι αυτονόητο ότι, αργά ή γρήγορα, ο Σολομών θα ανέβει στον θρόνο του.

Όταν ανέβει στον θρόνο ή, με άλλα λόγια, όταν η αγάπη συναντήσει την καρδιά, οι άνθρωποι πάντα σκέφτονται Εκείνον, Του μιλούν και γεύονται τις ευλογίες Του, ανοιχτά και φανερά, στο νερό που πίνουν, στο φαγητό που τρώνε και στον αέρα που αναπνέουν. Επιπλέον, νιώθουν τη ζεστασιά της ανάσας Του σε κάθε τους δραστηριότητα. Η οικειότητα και η αγάπη βαθαίνουν και οι καρδιές τους ζεσταίνονται σαν να έχουν πάρει φωτιά. Κατά καιρούς, καταστρέφονται από τη φωτιά της αγάπης κι όμως ποτέ δεν παραπονιούνται και ποτέ δεν κουράζουν τους άλλους με τους αναστεναγμούς τους. Αντίθετα, αυτοί οι άνθρωποι τη θεωρούν δώρο που τους χάρισε Εκείνος. Καίνε σαν καμίνι χωρίς καπνό ή φλόγες. Διαφυλάσσουν, όπως οι σεμνές παρθένες, την αγαλλίαση και την αγάπη για τον Θεό, χωρίς να αποκαλύπτουν κανένα μυστικό στους αδιάκριτους.

Ο δρόμος αυτός είναι ανοιχτός στον καθένα. Ωστόσο, είναι απαραίτητο ο ταξιδιώτης να είναι ειλικρινής και αποφασισμένος. Αν οι πιστοί ανακαλύψουν ότι όλη η ομορφιά, η τελειότητα, η δόξα και το μεγαλείο ανήκουν στον Θεό, τότε στρέφονται προς τον Θεό με όλη τους την προθυμία, την αγάπη και τη στοργή και αγαπούν τον Θεό με μια αγάπη που αρμόζει στην Ανυπέρβλητη Υπόστασή Του. Αυτή η αγάπη, αν όχι το πάθος, είναι για Εκείνον και αποτελεί την πηγή της ενιαίας αγάπης και επιθυμίας των ανθρώπων. Εν τέλει, σε μια ομοιόμορφη καρδιά, που βασίζεται στις ισλαμικές αρχές, δεν θα παρατηρήσει κανείς ποτέ την οποιαδήποτε παρέκκλιση ή δυσλειτουργία της αγάπης. Οι πιστοί αγαπούν τον Θεό επειδή είναι ο Θεός και η αγάπη τους για τον Θεό δεν εξαρτάται από εγκόσμια ή υπερφυσικά ανταλλάγματα. Φιλτράρουν και δοκιμάζουν τις αναβλύζουσες πηγές της αγάπης και τους καταρράκτες του πόθου τους για τον Θεό, χρησιμοποιώντας το Ιερό Κοράνι και τις αρχές της πιο δοξασμένης προσωπικότητας της ιστορίας[3]. Αυτά χρησιμεύουν στους ανθρώπους σαν φράγματα στον δρόμο που ακολουθούν και όπου, σαν άνθρωποι, κάνουν σφάλματα. Ακόμα και σε στιγμές που φλέγονται από τη φωτιά της Θεϊκής αγάπης, δρουν ενάρετα και δίκαια. Αγαπώντας τον Θεό, ποτέ δεν γίνονται αλαζόνες. Αντίθετα, αντιμετωπίζοντάς Τον ως τον Μοναδικό Ιδιοκτήτη και Προστάτη των πάντων, Αυτόν που είναι γνωστός με τα Θεία Ονόματα και τις Ιδιότητές Του, αγαπούν τον Θεό ολόψυχα με μια αγνή, ιερή και ευλαβική αγάπη.

Οι πιστοί αγαπούν τον Θεό περισσότερο από οτιδήποτε, πριν και πέρα από όλα τα άλλα, ως τον Αληθινά Αγαπημένο, τον Αληθινά Ποθητό και τον Αληθινά Λατρευτό. Ποθούν τον Θεό και το δείχνουν μέσα από κάθε τους ενέργεια, φωνάζοντας δυνατά ότι είναι υπηρέτες του Θεού. Για χάρη αυτής της αφοσίωσης, αγαπούν πρώτα από όλα τον Προφήτη Μουχαμμέντ, την Τιμή της Ανθρωπότητας, ο οποίος ήταν ο πιστός ακόλουθος, ο αληθινός ερμηνευτής της Ουσίας του Θεού, των Ονομάτων και των Ιδιοτήτων του, ο τελευταίος της σειράς των προφητών και το απόσταγμα της προφητικής ιδιότητας (η ειρήνη και οι ευλογίες του Θεού ας είναι πάντα μαζί του). Ακολουθώντας τον, οι πιστοί αγαπούν και όλους τους άλλους προφήτες και αγίους, οι οποίοι ήταν οι πραγματικοί διαχειριστές του μηνύματός Του, οι καθαρότεροι καθρέφτες, οι ευσεβείς υπηρέτες του Παντοδύναμου Θεού, πάντοτε υπεύθυνοι για την εκπροσώπηση των θείων προθέσεων και για την επίβλεψη της οικοδόμησης, του σχεδιασμού και της ευταξίας του κόσμου. Στη συνέχεια αγαπούν τη νεότητα, γιατί εκχωρείται από τον Θεό στους ανθρώπους σαν προκαταβολή, ώστε να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν καλύτερα αυτό τον πεπερασμένο κόσμο. Έπειτα αγαπούν αυτό τον κόσμο, γιατί είναι γόνιμο έδαφος για τα άλλα βασίλεια και έκφραση των Όμορφων Ονομάτων Του. Έπειτα αγαπούν τους γονείς τους, γιατί, όντας ήρωες της στοργής και του ελέους, αναλαμβάνουν την ευθύνη να φροντίσουν τα παιδιά τους. Τέλος, αγαπούν τα παιδιά, γιατί προστατεύουν με ειλικρίνεια τους γονείς τους και έχουν μια ζεστή σχέση μαζί τους. Όλα αυτά μπορούν να εκληφθούν σαν σημάδια της εγκάρδιας στοργής προς τον Θεό και της αγάπης στο όνομα του Θεού.

Οι άπιστοι αγαπούν τους ανθρώπους όπως θα αγαπούσαν τον Θεό, ενώ οι πιστοί τούς αγαπούν εξαιτίας του Θεού. Διαφέρουν εντελώς μεταξύ τους. Αυτή η θεοκεντρική αγάπη, που βιώνεται μέσα από την πίστη και την προσευχή, είναι μοναδική στους ιδανικούς πιστούς. Ενώ η υλική αγάπη που βασίζεται σε αλλοπρόσαλλα συναισθήματα και οι ανήθικες παρορμήσεις είναι εκφάνσεις της αμαρτίας και της ανυπακοής που κρύβονται στη φύση του ανθρώπου, η αγάπη για τον Θεό και τα λόγια όσων αγαπούν τον Θεό είναι σαν ένα ιερό, μαγικό φίλτρο που επιθυμούν να πιουν οι άγγελοι. Αν αυτή η αγάπη αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε εκείνοι που αγαπούν να εγκαταλείψουν τα πάντα –υλικά ή πνευματικά– για χάρη του Αγαπημένου, μην αφήνοντας τίποτα για τον εαυτό τους, τότε απομένει στην καρδιά μόνο το ενδιαφέρον για τον Αγαπημένο. Η καρδιά ντύνεται με αυτή την αγάπη και χτυπάει ανάλογα, ενώ τα μάτια εκφράζουν αυτή την αγάπη με δάκρυα. Η καρδιά επιπλήττει το μάτι επειδή φανέρωσε το μυστικό και τον κόρφο επειδή ηρέμησε. Ο πιστός, κλαίγοντας και ματώνοντας εσωτερικά, προσπαθεί να μην επιτρέψει στους άλλους να ανακαλύψουν την οδύνη του και λέει:

Αν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς, μη θρηνείς για τη συμφορά της αγάπης,
Μην αφήνεις άλλους να δουν το δικό σου βάσανο της αγάπης.
(Ανώνυμος)

Πράγματι, η αγάπη είναι ο βασιλιάς, η καρδιά είναι ο θρόνος και οι στεναγμοί της ελπίδας και της λαχτάρας, που εκστομίζονται στα χαλιά των προσευχών στις πιο απομακρυσμένες γωνιές αυτού του κόσμου, είναι η φωνή αυτού του βασιλιά.

Ποτέ δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς να ακούσουν άλλοι αυτούς τους στεναγμούς, που αποτελούν, ουσιαστικά, εφαλτήρια εκτόξευσης προς τον Θεό. Ποτέ δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς στους ανύποπτους να τον χλευάσουν. Αν αυτή η αγάπη είναι για τον Παντογνώστη, τότε πρέπει να φυλάσσεται στον πιο ιδιωτικό χώρο και όχι να αφήνεται να πετάξει μακριά από τη φωλιά της.

Μιλώντας για την ασήμαντη αγάπη τους, οι συμβατικοί εραστές περιφέρονται εδώ κι εκεί, διαλαλώντας την αγάπη τους σε όλους, λειτουργώντας σαν παράφρονες, φανερώνοντάς την παντού. Από την άλλη, όσοι αγαπούν τον Θεό είναι ειλικρινείς και αθόρυβοι. Σκύβοντας τα κεφάλια τους στο κατώφλι του Θεού, εκφράζονται αποκλειστικά σε Εκείνον. Κατά καιρούς εξασθενούν, αλλά δεν αποκαλύπτουν ποτέ τα μυστικά τους. Είναι στην υπηρεσία Του με τα χέρια και τα πόδια τους, τα μάτια και τα αυτιά τους, τις γλώσσες και τα χείλη τους και περπατούν στους τόπους των Ανυπέρβλητων Ιδιοτήτων Του. Βυθισμένοι στο Φως της Ύπαρξής Του, λιώνουν και εξαφανίζονται ως θνητοί μέσα στην αγάπη Του. Καθώς νιώθουν και αισθάνονται τον Θεό, καίγονται και αναφωνούν: «Κι άλλο!». Η καρδιά τους χτυπάει δυνατά και ακόμα φωνάζουν: «Κι άλλο!». Δεν χορταίνουν ποτέ την αγάπη, όσο κι αν αγαπήσουν, όσο κι αν αγαπηθούν. «Κι άλλο!», εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν. Και καθώς συνεχίζουν να ζητούν περισσότερο, ο Ένδοξος Αγαπημένος τους ξεσκεπάζει πέπλα, παρουσιάζοντάς τους πράγματα που δεν είχαν δει ποτέ και ψιθυρίζοντας στις ψυχές τους ανήκουστα μυστικά. Από ένα σημείο και μετά, αισθάνονται, αγαπούν και σκέφτονται μόνο Εκείνον. Σε οτιδήποτε βλέπουν, αναγνωρίζουν ευγενικές εκδηλώσεις της Ομορφιάς Του. Εγκαταλείποντας εντελώς τις δυνάμεις τους, καταλήγουν να ενώσουν τη δύναμη της θέλησής τους με τη δική Του, να λιώσουν στις απαιτήσεις Του και να κρίνουν αυτή τους τη θέση ανάλογα με το πόσο αγαπούν και πόσο αγαπιούνται και με το πόσα γνωρίζουν και πόσα τούς έχουν φανερωθεί. Με υπακοή και πίστη σε Εκείνον, εκφράζουν την αγάπη τους. Κλειδώνουν την πόρτα της καρδιάς τους με αμπάρες και σύρτες τόσο ερμητικά, που κανείς άγνωστος δεν μπορεί να μπει σε αυτό το αγνό σπίτι. Αντικρίζουν τον Θεό με όλη τους την ύπαρξη και ο έπαινος και η ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεό υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της αντίληψής τους.

Η πίστη τους, εξάλλου, στην ανταπόκριση του Θεού σε μια τέτοια αφοσίωση είναι ακλόνητη. Η θέση τους στην Παρουσία του Θεού είναι ευθέως ανάλογη με τη δική Του θέση στις καρδιές τους και αυτός είναι ο λόγος που πασχίζουν να σταθούν όρθιοι ενώπιόν Του.

Αγαπώντάς Τον, ποτέ δεν λειτουργούν σαν δανειστές. Αντίθετα, είναι συνεσταλμένοι και ντροπαλοί σαν οφειλέτες. Όπως το έθεσε η Ραμπία αλ Ανταγουία[4]: «Ορκίζομαι στην Ιερή Σου Ύπαρξη ότι δεν Σε λάτρεψα με σκοπό να απαιτήσω τον Παράδεισό Σου, αλλά Σε λάτρεψα και συνέδεσα την υποταγή μου με την αγάπη μου». Έτσι, περπατούν με ορμητική αγάπη προς το Βασίλειό Του, αναλογιζόμενοι τις ευλογίες και την καλοσύνη Του. Με τις καρδιές τους προσπαθούν διαρκώς να μείνουν κοντά Του και με τη λογική και το μυαλό τους παρατηρούν τα φαινόμενα στους καθρέφτες των Θείων Ονομάτων. Ακούν φωνές της αγάπης παντού, μαγεύονται από το άρωμα του κάθε λουλουδιού και πιστεύουν ότι κάθε τοπίο είναι όμορφο σαν αντανάκλαση της Ομορφιάς Του. Για χάρη Του, όλα όσα ακούν, νιώθουν ή σκέφτονται, δεν είναι τίποτ’ άλλο από αγάπη και ως αποτέλεσμα βλέπουν ολόκληρο το σύμπαν σαν μια επίδειξη της αγάπης και το ακούνε σαν μελωδία αγάπης.

Όταν η αγάπη έχει στήσει τις πολυτελείς σκηνές της στις κοιλάδες της καρδιάς, όλα τα αντίθετα γίνονται ένα: γαλήνη-αναταραχή, ευλογία-συμφορά, κάψα-γλύκα, άνεση-δυσφορία, θρήνος-ευχαρίστηση• όλα ακούγονται το ίδιο και φαίνονται όμοια. Πράγματι, για τις καρδιές που αγαπούν, τα βάσανα δεν διαφέρουν από την απόλαυση. Για εκείνες, το δεινοπάθημα είναι η ίδια η θεραπεία, γι’ αυτό πίνουν πόνο και μαρτύριο σαν να πίνουν από τα ποτάμια του Παραδείσου. Άσχετα με το πόσο αδυσώπητοι γίνονται οι καιροί και τα γεγονότα, εκείνοι μένουν ακλόνητοι με ένα βαθύ αίσθημα αφοσίωσης. Με τα μάτια προσηλωμένα στην πόρτα που θα ανοίξει, καρτερούν να υποδεχτούν τα όποια σημάδια Θείας παρουσίας και την καλοσύνη Του σε όλες τις διαστάσεις της. Τιμούν την αγάπη Του με σεβασμό και υπακοή. Επειδή φοβούνται μήπως παρακούσουν τον Αγαπημένο, οι καρδιές τους χτυπούν με υποταγή και τρέμουν. Για να μην πέσουν, βρίσκουν καταφύγιο στη Μοναδική Πηγή στήριξης και βοήθειας. Αυτού του είδους η προσπάθεια, να συμφωνεί η κάθε τους ενέργεια με τον Θεό, τους κάνει με το πέρασμα του χρόνου πολύ αγαπητούς σε όλους, τόσο στη Γη όσο και στους ουρανούς. Το μόνο πράγμα που τους απασχολεί είναι ο Θεός. Γι’ αυτούς, το να περιμένουν ανταλλάγματα είναι ένα είδος εξαπάτησης, όμως το θεωρούν αγένεια να μη δεχτούν τις ευλογίες που δεν ζήτησαν. Τιμούν τη Θεία Ευλογία, αλλά, την ίδια στιγμή, με επιφυλακτικότητα στενάζουν: «Βρίσκω καταφύγιο σε Εσένα από τους πειρασμούς».

Η φλογερή λαχτάρα είναι το ανώτερο επίπεδο για κάποιον που αγαπάει και το να χαθεί στους πόθους και τις επιθυμίες του αγαπημένου είναι το πιο ανέφικτο κατόρθωμα. Η αγάπη θεμελιώνεται πάνω σε στοιχειώδεις βάσεις, όπως η μεταμέλεια, η εγρήγορση και η υπομονή. Από τη στιγμή που εμφανιστεί, η αυτοκυριαρχία, η οικειότητα και η συνεχής επιθυμία είναι απαραίτητες. Το πρώτο μάθημα στο μονοπάτι της αγάπης είναι ο εξαγνισμός, η στέρηση από τις προσωπικές επιθυμίες, το να συνδέσει κανείς όλες του τις σκέψεις με Εκείνον, να ασχολείται με πράγματα που παραπέμπουν σε Εκείνον, να περιμένει υπομονετικά για το ενδεχόμενο της εμφάνισής Του και να μείνει για πάντα σταθερός στη θέση του, σε περίπτωση που Εκείνος στραφεί κάποτε προς το μέρος του. Σε αυτή τη διαδρομή, αγάπη σημαίνει να είναι κανείς τρελά ερωτευμένος• ο ζήλος είναι το πάθος που αναβλύζει, ο ενθουσιασμός και η επιθυμία• όταν ο ζήλος γίνεται η αληθινή φύση των ανθρώπων, αυτό είναι λαχτάρα• υποταγή είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων του Αγαπημένου με ευχαρίστηση• η αυτοκυριαρχία είναι να προσέχει κανείς να μη μεθύσει με την ευλογία τού να ακούει ή να αισθάνεται την Παρουσία Του, ή με το να είναι υπό την άμεση καθοδήγησή Του.

Όσο περισσότερο οι άνθρωποι αναπτύσσουν μέσα τους ένα από τα πιο πάνω γνωρίσματα, τόσο περισσότερες αλλαγές παρατηρούνται στη συμπεριφορά τους. Κάποιες φορές αναζητούν ήσυχες γωνιές όπου μπορούν να Του μιλήσουν εμπιστευτικά. Κάποιες φορές, υπό την επήρεια διαφόρων συνθηκών, Του μιλούν και εκφράζουν τα παράπονά τους για κάποιον αποχωρισμό. Γεμίζουν με αγαλλίαση προσμένοντας την ένωση και ηρεμούν με δάκρυα χαράς. Υπάρχουν στιγμές που δεν βλέπουν τι συμβαίνει γύρω τους, γιατί βιώνουν την ενότητα στην πολυπλοκότητα και μερικές φορές χάνονται μέσα στο δέος της γαλήνης και δεν μπορούν να ακούσουν ούτε τη δική τους φωνή.

Η αγάπη αναπτύσσεται και εξελίσσεται στον κόρφο της σοφίας. Η σοφία τρέφεται από τη γνώση του Θεϊκού. Όσοι δεν είναι σοφοί δεν μπορούν να αγαπήσουν καθόλου. Και όσοι έχουν αδύναμη ικανότητα αντίληψης, δεν μπορούν να φτάσουν στη σοφία. Σποραδικά, ο ίδιος ο Θεός εμφυτεύει την αγάπη σε καρδιές και ενεργοποιεί τον εσωτερικό μηχανισμό τους, πράγμα που αποτελεί εξαιρετική ευλογία. Ωστόσο, το να βασίζεται κανείς στα θαύματα και να περιμένει παθητικά διαφέρει εντελώς από να τα περιμένει ενεργητικά, επισπεύδοντας τη διαδικασία. Οι πιστοί υπηρέτες στην Πύλη του Πανδίκαιου κινητοποιούν τις προσδοκίες τους, κρατούν μια δυναμική στάση και, ως αποτέλεσμα, παράγουν με αυτή τη φαινομενικά ακίνητη στάση αρκετή ενέργεια για να τροφοδοτήσουν ολόκληρο το σύμπαν, υλοποιώντας θαυμαστές δράσεις.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι αφοσιωμένοι λάτρεις που ενσαρκώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ικανοποιούν με ευχαρίστηση κάθε απαίτηση του Αγαπημένου και επιδεικνύουν την πίστη τους πάντα, σαν να επαναλαμβάνουν τα λόγια του Νεσιμί[5]:

Είμαι απεγνωσμένος λάτρης και δεν θα Σε εγκαταλείψω, Αγαπημένε,
Δεν θα το κάνω ακόμα κι αν σκίσεις την καρδιά μου με μαχαίρι.

Παρά το γεγονός ότι διαρκώς αποζητούν έντονα τη Συντροφιά Του, ποτέ δεν κλαψουρίζουν. Παραμερίζουν από το μυαλό τους όλες τις προσδοκίες που δεν σχετίζονται με Εκείνον και σκέφτονται μόνο την Παρουσία Του. Οι συζητήσεις τους αφορούν μόνο τον Αγαπημένο και, κατά συνέπεια, οι φωνές τους αποκτούν μια αγγελική βαθύτητα.

Για εκείνους, η αγάπη είναι το παν. Μπορούν να επιβιώσουν χωρίς σώμα, αλλά δεν μπορούν χωρίς ψυχή. Πιστεύουν ότι δεν υπάρχει χώρος στην καρδιά τους για άλλους, παρά μόνο για την αγάπη του Αγαπημένου. Για τον λόγο αυτό, ακόμα και αν είναι οι πιο φτωχοί και αδύναμοι του κόσμου, διαθέτουν ένα κύρος που το ζηλεύουν και οι βασιλιάδες. Είναι μεγάλοι παρά την ασημαντότητά τους, ισχυροί παρά την αδυναμία τους και πλούσιοι παρά τη φτώχεια τους. Μπορούν να κυβερνήσουν ολόκληρο το σύμπαν. Παρά το ότι μοιάζουν με μικροσκοπικά κεριά, είναι πηγές ενέργειας, τόσο ισχυρές που μπορούν να τροφοδοτήσουν χίλιους ήλιους. Ακόμη και αν όλοι έτρεχαν προς τους πιστούς λάτρεις, θα ήταν ξεκάθαρο προς τα Πού και προς Ποιον τρέχουν αυτοί. Με τον πλούτο της ουσίας και του χαρακτήρα τους υπερβαίνουν τα όρια του σύμπαντος. Όταν όμως στρέφονται προς Εκείνον, γίνονται μια σπίθα και ακόμα λιγότερο – γίνονται ένα τίποτα, ξεχνώντας όλα όσα αφορούν την ύπαρξή τους.

Μια ζωή χωρίς Εκείνον είναι ασήμαντη γι’ αυτούς. Μια ζωή χωρίς Εκείνον δεν είναι καν ζωή. Το να ζήσουν μια ζωή χωρίς να αγαπούν είναι μια χαμένη ζωή και η αγαλλίαση και οι απολαύσεις, που δεν σχετίζονται με Εκείνον, δεν είναι παρά ψευτοφάρμακα. Μιλούν ακατάπαυστα για την αγάπη και αντιμετωπίζουν όσους δεν τη γνώρισαν σαν διαφορετικούς.

[1] Ο συγγραφέας θίγει το θέμα «αποπροσανατολισμός και πλάνη στην πολλαπλότητα» σε σχέση με την αδυναμία υποταγής στο θέλημα του ενός και μοναδικού Θεού και την υποταγή, αντιθέτως, σε πολλαπλούς εγκόσμιους θεούς, όπως ο υπερβολικός πλούτος, η κατάχρηση της εξουσίας, η ικανοποίηση παράνομων επιθυμιών κ.τ.λ. Η ειδωλολατρία είναι μία ακόμα εκδήλωση της λατρείας πολλαπλών θεών.
[2] Χακανί Μεχμέντ Μπέι (πέθανε το 1606): Ποιητής του Διβανίου του οποίου το Χίλγια (ένα λογοτεχνικό είδος που περιγράφει τα φυσικά χαρακτηριστικά του Προφήτη) ήταν το πρώτο έργο του είδους του.
[3] Του Προφήτη Μουχαμμέντ (η ειρήνη και οι ευλογίες του Θεού ας είναι πάντα μαζί του).
[4] (περ. 703-805): Αγία με εξαιρετική ευσέβεια.
[5] Διάσημος Σούφι ποιητής από τη Βαγδάτη (πέθανε το 1404), ο Νεσιμί θεωρείται ένας από τους πρώτους δάσκαλους της λογοτεχνίας του διβανίου. Έχει γράψει δύο διβάνια (βιβλία με ποιήματα) στα Τουρκικά και τα Περσικά.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Örnekleri Kendinden Bir Hareket, Nil, Κωνσταντινούπολη, 2004, σσ. 184-196.

Advertisements